Ντέιβιντ Χιουμ: Ένας ακραίος εμπειριστής και σκεπτικιστής
Ένα υπέρογκο φιλοσοφικό ερώτημα που
απασχόλησε τους φιλοσόφους ακόμη και από την Προσωκρατική Εποχή είναι από πού πηγάζει
η γνώση. Οι απόψεις διίστανται από τις πρώτες κιόλας απαντήσεις που δόθηκαν
πάνω σε αυτό το φιλοσοφικό ερώτημα, αν και μέχρι τη νεότερη εποχή δεν
αναλύθηκαν εκτενώς οι δύο βασικές και αντίθετες τοποθετήσεις. Αποδεκτές, λοιπόν, επί των ημερών μας θεωρούνται
δύο θεωρίες για την πηγή της γνώσης. Αρχικά, οι ορθολογιστές
φιλόσοφοι όπως ο Πλάτων, ο Ντεκάρτ, ο Σπινόζα και ο Λάιμπνιτς δεν
εμπιστεύονται τις αισθήσεις, γιατί ενίοτε παραπλανούν. Η γνώση συνεπώς που
κατέχουν είναι αξιολογικά κατώτερη και μεταβαλλόμενη. Ο λόγος μόνον μπορεί να
παρέχει τη γνώση, με χαρακτηριστικό παράδειγμα αληθινής γνώσης τα μαθηματικά.
Υπάρχουν έμφυτες ιδέες, όπως οι Ιδέες του Πλάτωνα, ή οι έννοιες που εισήγαγε ο
Ντεκάρτ για τον εαυτό, την ουσία και την ταυτότητα. Ο εαυτός είναι πραγματικός
και διακριτός μέσω της άμεσης διανοητικής διαίσθησης. Οι ηθικές έννοιες που
προκύπτουν από μια τέτοια βασική διατύπωση, στηρίζονται σε αντικειμενικά
πρότυπα που βρίσκονται έξω από τον εαυτό, τον θεό ή τις ιδέες. Εν
αντιθέσει με τους πρώτους, οι εμπειριστές
φιλόσοφοι με τη σειρά τους, όπως ο Λοκ, ο Μπέρκλεϋ και ο Χιουμ θεωρούν ότι
οι αισθήσεις είναι η πρωταρχική, αν όχι η μοναδική πηγή της γνώσης του κόσμου.
Για αυτούς τα μαθηματικά διαπραγματεύονται
μόνο τις σχέσεις των ιδεών (ταυτολογίες) και δεν παρέχουν καμία γνώση για τον
κόσμο.
Ένας από τους περισσότερο ακραίους
εμπειριστές, υπήρξε αδιαμφισβήτητα ο Ντέιβιντ Χιουμ. Με βάση, λοιπόν, τα
βιογραφικά στοιχεία του και το φιλοσοφικό παράθεμα από το έργο του «Έρευνα για την Ανθρώπινη Φύση» καταλήγει
κανείς στα παρακάτω συμπεράσματα για τον ίδιο.
Πρώτα από όλα, ήταν εμφανής η αμφισβήτηση της
θεωρίας για την ύπαρξη πνευματικής υπόστασης από τον ίδιο. Στο έργο του μάλιστα
εκφράζει με απολυτότητα τις απόψεις του επισημαίνοντας ότι δεν υπάρχει ούτε
πνευματική ούτε υλική υπόσταση του ανθρώπου. Υποστηρίζει ότι είναι παράλογο να
ορίζουμε τους όρους ψυχή, νου, πνεύμα ή συνείδηση και μαζί με αυτά την
πραγματικότητα έξω από εμάς. Πιστεύει απλώς ότι μέσα μας υπάρχουν διάφορες
εμπειρίες και παραστάσεις του μυαλού μας για τα αντικείμενα που μας περιβάλλουν.
Επιπλέον, ο ίδιος αμφισβητεί ακόμη και την
εξωτερική πραγματικότητα. Η θέση του για την εξωτερική πραγματικότητα ήταν ότι
απλώς θα ήταν ανύπαρκτη εφόσον εμείς οι
ίδιοι δεν την συλλαμβάναμε ως ιδέα. «Δεν μπορούμε να γνωρίσουμε την εξωτερική
πραγματικότητα, διότι η γνώση, ακόμα και η πιο επιστημονική, δεν επαρκεί και
δεν μας βοηθά να αποφανθούμε για την ύπαρξη εξωτερικής πραγματικότητας.» Ο Χιουμ ,μάλιστα, φτάνει σε σημείο να αμφισβητήσει τους
δύο όρους πάνω στους οποίους στηρίζονται οι επιστήμονες προκειμένου να
αποφανθούν για την πραγματικότητα, δηλαδή τόσο την αξία της αρχής της αιτιότητας, όσο και την ισχύ
των νόμων της φύσης.
Η αρχή της αιτιότητας
α) Απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρξει μια
αιτιώδης σχέση ανάμεσα σε δύο γεγονότα είναι να μη μας είναι άγνωστα. Να μην τα
βλέπουμε δηλαδή για πρώτη φορά το ένα δίπλα στο άλλο, αλλά να είμαστε εξοικειωμένοι
με τη σχέση τους. Όσο συχνότερα μάλιστα παρατηρούμε τη διαδοχή δύο γεγονότων,
τόσο ισχυρότερη θεωρούμε την αιτιώδη σχέση τους : π.χ. η θερμότητα και η
διαστολή του σιδήρου.
β) Όταν συμβεί μια αιτιώδης σχέση να
μην επαναλαμβάνεται, τότε δεν είναι αιτιώδης αλλά συμπτωματική σχέση.
γ) Η αιτιώδης σύνδεση δύο γεγονότων
αποδεικνύεται τελικά αυθαίρετη, οφείλεται δηλ. σε ένα αυθαίρετο συνειρμό, διότι
δεν έχουμε καμιά άλλη απόδειξη ότι υπάρχει μεταξύ τους αναγκαίος δεσμός εκτός
από τη χρονική τους διαδοχή. Επειδή βλέπουμε συχνά αυτή τη χρονική διαδοχή,
πιστεύουμε πως δεν μπορεί το ένα γεγονός να υπάρξει χωρίς το άλλο.
δ) Η αιτιώδης σχέση, σύμφωνα με τα
παραπάνω, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, αφού τίποτα δεν αποκλείει το
γεγονός, κάποια στιγμή να υπάρξει το ένα από τα εν λόγω πράγματα χωρίς να
ακολουθήσει το άλλο.
ε) Οι αιτιώδεις
σχέσεις, κατά συνέπεια, δεν είναι αναγκαίες. Γι’ αυτό και η επιστημονική γνώση
αποδεικνύεται επισφαλής.
Περί των νόμων της
φύσης
α) Ο Χιουμ
προβληματίζεται αποφασιστικά για την ισχύ των νόμων της φύσης:
Αυτοί οι νόμοι, όπως ορίζονται από τους επιστήμονες, δεν έχουν το κριτήριο της
αναγκαιότητας που θα τους έκανε να λειτουργούν ως οδηγοί για τη γνώση της
πραγματικότητας. Π.χ. μια πρόταση είναι αναγκαία μόνο όταν αυτό που περιέχει
έχει ακατάλυτη ισχύ, ανεξάρτητα από τις συνθήκες κάθε φορά που επικρατούν.
β) Οι
νόμοι της φύσης είναι συμπυκνωμένες περιγραφές γεγονότων που
συνέβησαν στο παρελθόν, ως τη στιγμή δηλαδή που τους διατυπώνουμε. Αυτό όμως
δεν σημαίνει ότι θα έχουν απαράλλακτη ισχύ στο μέλλον. Δημιουργείται ωστόσο η
ψευδαίσθηση ότι θα ισχύουν και στο μέλλον, γιατί πιστεύουμε ότι στη φύση
επικρατεί η αρχή της ομοιομορφίας.
γ) Σύμφωνα με αυτή την αρχή
πιστεύουμε ακράδαντα πως και στο μέλλον θα εξακολουθεί να ισχύει ό,τι ίσχυε στο
παρελθόν. Για να διαπιστώσουμε αν ισχύει στη φύση αυτή η αρχή, πρέπει να έχουμε
φτάσει στο τέλος του ιστορικού χρόνου, δηλαδή στο τέλος του κόσμου.
δ) Τότε θα
μπορέσουμε να κοιτάζουμε προς τα πίσω όλη τη φυσική μας ιστορία και να
αποφανθούμε αν οι φυσικοί νόμοι ισχύουν για όλο το χρονικό διάστημα της
παρουσίας μας πάνω στη γη ή όχι.
ε) Κάτι τέτοιο
όμως στην πράξη είναι αδύνατο να συμβεί.
στ) Προς το παρόν,
αλλά και στο μέλλον η φύση εξελίσσεται και μπορεί οι φυσικοί νόμοι να
τροποποιηθούν ή ακόμη να πάψουν να ισχύουν. Οι νόμοι της φύσης επομένως είναι
επισφαλείς.
Μέσα από τα
έργα του ο Χιουμ φαίνεται απόλυτος στις απόψεις του αλλά εκδηλώνει και το
γεγονός ότι υιοθετεί ακραίες απόψεις για τα πάντα. Ο ίδιος καταλήγει στο ότι
πρέπει να αμφιβάλλουμε για τα πάντα, τη στιγμή που δεν είμαστε βέβαιοι για την
αναγκαιότητα της φύσης και τη φερεγγυότητα της αρχής της αιτιότητας. Με το χαρακτηρισμό «όλα» ο Χιουμ εννοεί τόσο τον κόσμο
της εμπειρίας όσο και την υπόθεση για την ύπαρξη της «ψυχής», του πνεύματος»,
του «νου», της «συνείδησης». Επίσης περιλαμβάνει την άρνησή του για την ύπαρξη
της εξωτερικής πραγματικότητας. Εν κατακλείδι, κατατάσσεται στην κατηγορία των ακραίων εμπειριστών λόγω της αντίληψης
του ότι ο κόσμος είναι ουσιαστικά δημιουργημένος από τις αισθήσεις μας ενώ
παράλληλα λόγω της έντονης αμφισβήτησης για το καθετί χαρακτηρίζεται ακραίος σκεπτικιστής.
Ι.Π.
Πούλος
Πηγές:
Βικιπέδια, Φιλοσοφία Β’ Λυκείου (Σχολικό Βιβλίο), Έρευνα για την Ανθρώπινη Φύση-
David Hume
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου